Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Διασκευή – σκηνοθεσία Μαριάννα Κάλμπαρη
Από τον Νοέμβριο 2026 στο Θέατρο Τζένη Καρέζη
Έξι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι.
Μία νέα καμαριέρα φοράει την ποδιά της.
Όλοι θέλουν να φάνε. Ποιος σερβίρει όμως και τι ακριβώς;
Μια κλασική κωμωδία για την απιστία, την ερωτική πείνα και το δικαίωμα να μην είσαι η ιστορία που λένε οι άλλοι για σένα.
Το έργο του Ξενόπουλου εκτυλίσσεται σε ένα αστικό σπίτι της Αθήνας του 1910. Το τραπέζι στρώνεται για την καθώς πρέπει οικογένεια που τα πηγαίνει μια χαρά, μέχρι το πρωί που μπαίνει στο σπίτι η καινούργια καμαριέρα, η οποία είναι δεκαεπτά ετών, ιδιαίτερα «νόστιμη» και «προκαλεί» το ενδιαφέρον των ανδρών.
Τι σημαίνει, όμως «προκαλεί»; ΤΙ σημαίνει «προκλητική»; Μήπως αυτή που φταίει για ό,τι συμβαίνει; Η λέξη έχει βγάλει την απόφαση πριν καν αρχίσει η δίκη. Και τι ακριβώς προκαλείται; Ένα βλέμμα; Ένα χέρι που απλώνεται; Ένας χωρισμός; Ή μήπως προκαλείται κάτι που ήταν ήδη εκεί – στο σπίτι, στο τραπέζι, στον γάμο – χρόνια πριν η Καλλιόπη, η καινούργια καμαριέρα διαβεί το κατώφλι;
Όπως και να έχει, μέσα σε μία μέρα, η Καλλιόπη αποκτά δεύτερο όνομα: Πειρασμός.
Το έργο
Ο Ξενόπουλος έγραψε τέσσερις πράξεις που μοιάζουν με τέσσερα γεύματα: πρωινό, μεσημεριανό, απογευματινό τσάι και δείπνο. Η πρώτη απιστία συμβαίνει στις οκτώ παρά είκοσι, την ώρα του πρωινού. Η δίκη γίνεται ανάμεσα σε δύο πιάτα. Η συμφιλίωση επισφραγίζεται με ένα φλιτζάνι καφέ που το μοιράζονται δύο στόματα.
Η επιθυμία στο έργο μιλά τη γλώσσα του φαγητού: νοστιμεύτηκε, του άνοιξε η όρεξη, λιχουδιά, μεζές, «μπουκιά και συχώριο». Ο πειρασμός δεν είναι ιδέα. Είναι πιάτοαναλώσιμο. Αναλώσιμο: μια λέξη που περιγράφει ό,τι τρώγεται αλλά και ό,τι πετιέται…Η Καλλιόπη είναι αναγκαία όσο υπηρετεί, «φαγώσιμη» μόλις γίνεται ορατή, «αναλώσιμη» όταν το σπίτι πρέπει να σωθεί.
Στην Αθήνα του 1907- μια πόλη περίπου 168.000 κατοίκων- απασχολούνταν 20.000 οικιακές εργάτριες, συχνά κορίτσια από τα νησιά και τα χωριά της Ελλάδας, που δούλευαν κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες για να εξυπηρετήσουν τις αυξημένες ανάγκες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ψυχοκόρες-η πιο ύπουλη μορφή δουλείας- ή έμμισθες υπηρέτριες :καμαριέρες, μαγείρισσες, πλύστρες ήταν απολύτως απαραίτητες αλλά και αναλώσιμες προκειμένου να διατηρηθεί η αναγκαία τάξη και ισορροπία της ελληνικής οικογένειας. Εδώ βρίσκεται η απρόσμενη επικαιρότητα μιας κωμωδίας του 1910: όχι μόνο στην επιθυμία- η επιθυμία δεν άλλαξε ποτέ- αλλά στο κόστος της. Ποιος πληρώνει για την όρεξη του άλλου; Και γιατί ο λογαριασμός καταλήγει σχεδόν πάντα σε εκείνη που δεν έχει δικαίωμα να καθίσει στο τραπέζι;
Γι’ αυτό η κρίσιμη ερώτηση δεν είναι μόνο ποιος ποθεί την Καλλιόπη, αλλά και ποια είναι η Καλλιόπη. Για τη μία, είναι η γυναίκα που της χάλασε τον γάμο. Για την άλλη, μια απλή «δούλα», ένα «πλάσμα ταπεινό κι ελαφρό» που δεν αξίζει ούτε καν τη ζήλια. Για τον έναν άντρα είναι ένα αθώο κορίτσι που χάιδεψε «πατρικώς», για τον άλλον ο «διάολος» μεταμορφωμένος. Όσο περισσότερο μιλούν γι’ αυτήν, τόσο περισσότερο μιλούν για τον εαυτό τους. Και την πείνα τους. Γιατί πειρασμός υπάρχει μόνο ότανπεινάς.
Η διασκευή
Ο Πειρασμός είναι μια αστραφτερή κωμωδία σχέσεων: ρυθμός, παρεξηγήσεις, ζήλιες, συμφιλιώσεις πάνω από ένα πιάτο φαγητό. Ο Ξενόπουλος γράφει με χιούμορ για ανθρώπους που ζηλεύουν, ψεύδονται, εξευτελίζονται, συγκρούονται, συμβιβάζονται. Αλλά γράφει, πάνω απ’ όλα και για τη βαθύτερη ανάγκη όλων μας: να πιστεύουμε ότι μας αγαπούν. Ακόμα κι όταν έχουμε κάθε λόγο να μην το πιστεύουμε. Και μπορεί πολλά πράγματα να έχουν αλλάξει από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αλλά η επιθυμία, η ζήλια, ο πανικός μπροστά σε ένα βλέμμα που δεν είναι πια για μας, δεν έχουν αλλάξει καθόλου.
Αυτό που έχει αλλάξει είναι ίσως ο τρόπος που διαβάζουμε κάποια πράγματα-ειδικά τα τελευταία χρόνια. Στην κωμωδία του 1910 το επίμονο βλέμμα του αφεντικού βαφτιζόταν«θαυμασμός», το χέρι που απλωνόταν χωρίς άδεια, «παιχνίδι», η απιστία, «αντρική αδυναμία» και η ευθύνη έπεφτε πάντα σε εκείνη που «έδωσε δικαίωμα». Σήμερα υπάρχει άλλο όνομα για όλα αυτά: σεξουαλική παρενόχληση. Και στο κέντρο βρίσκεται ένα κορίτσι που ξέρει ότι, αν μιλήσει, θα χάσει τη δουλειά του.
Η Μαριάννα Κάλμπαρη κρατά το τρελό χιούμορ, τον ξέφρενο ρυθμό, την ερωτική ένταση του έργου και το ξαναδιαβάζει αφήνοντας το χτες και το σήμερα να συνομιλήσουν ελεύθερα. Η διασκευή δεν πασχίζει να κάνει τον Πειρασμό επίκαιρο. Το έργο δεν μετακινείται -μετακινείται ο τρόπος που βλέπουμε κάποια πράγματα. Έτσι οι αλλαγές αλλά και τα νέα κείμενα που γράφτηκαν, δεν προσπαθούν να «διορθώσουν»τον Ξενόπουλο. Προκύπτουν μέσα από τις σιωπές των ηρώων του για να προχωρήσουν τα ερωτήματα λίγο παραπέρα από εκεί όπου ο ίδιος τα άφησε: Πού τελειώνει το φλερτ και πού αρχίζει η κατάχρηση εξουσίας όταν ο ένας πληρώνει τον μισθό του άλλου; Γιατί μια γυναίκα φοβάται καμμιά φορά περισσότερο την άλλη γυναίκα, παρά τον άντρα που την «πολιορκεί»; Τι σημαίνει «όχι», όταν το «όχι» κοστίζει τη δουλειά σου; Και πόσο εύκολα -ακόμη και σήμερα- μια ολόκληρη παρέα συμφωνεί σιωπηρά ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, ώστε να μη χαλάσει το τραπέζι.
Μια λεπτομέρεια που μοιάζει με αστείο της ιστορίας: όταν ο Πειρασμός πρωτοπαίχτηκε, στις 10 Ιουλίου 1910, στο θέατρο Βαριετέ από τον θίασο της Κυβέλης, ο Ξενόπουλος δεν υπέγραψε το κείμενο. Το έργο έφερε την υπογραφή ενός άγνωστου ξένου συγγραφέα: G. Fremd – «ο ξένος». Μόνο όταν η κωμωδία θριάμβευσε, οκτώ μέρες αργότερα, εμφανίστηκε το όνομα του Γρηγορίου Ξενόπουλου και ο τίτλος έγινε ο θρυλικός Πειρασμός.
Ο συγγραφέας με λίγα λόγια εμφανίστηκε με ψευδώνυμο, ακριβώς όπως η ηρωίδα του, η Καλλιόπη, παρουσιάζεται στην οικογένεια Γεωργιάδη με ψεύτικο όνομα. Εκατόνδεκαέξι χρόνια μετά, στη νέα παράσταση του «Πειρασμού» που έρχεται τον Νοέμβριο στο Θέατρο Καρέζη, το ψευδώνυμο του Ξενόπουλου επιστρέφει στη διανομή…Μα ποια είναι ο «Πειρασμός»;